Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Οι Έλληνες της Βενετίας πριν και μετά την άλωση του 1453


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
ΕΠΟ 30: ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
 3η Γραπτή Εργασία της Ζαράγκα Καλλιόπης


ΘΕΜΑ: «Οι Έλληνες της Βενετίας πριν και μετά την άλωση του 1453»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή
Campo dei Greci  Το «Περιβόλι των Ελλήνων»
Διεκδικήσεις προνομίων και αυτοοργάνωση
Επίλογος
                                                                                                                  
Ø Εισαγωγή
        Η βενετική επαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας χρονολογείται από το μεσημέρι της 25ης Μαρτίου του 421μ.Χ. Ο «αξιέπαινος» λαός των Βενετών εποίκισε, μετά από την καταστροφή της Ακυληίας από τους Γότθους, στα διάσπαρτα νησιά της ελώδους λιμνοθάλασσας, ανάμεσα στους πρόποδες των Άλπεων και του ποταμού Πάδου, με την προσδοκία να επιβιώσουν ψαρεύοντας και συλλέγοντας αλάτι. Στα τέλη του 7ου αιώνα οι διάσπαρτες αποικίες συνενώθηκαν και σχημάτισαν τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας (Serenìsima Repùblica Vèneta), ένα ανεξάρτητο και πανίσχυρο ναυτικό κράτος, του οποίου η ιστορική διάρκεια ήταν όση και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 1100 χρόνια, και σε παράλληλη, σχεδόν, περίοδο με αυτό. Όλα αυτά τα χρόνια διαφαίνεται η επιρροή του ελληνικού στοιχείου στη ζωή των Βενετών , καθώς και οι σχέσεις αλληλεξάρτησης Βυζαντίου-Βενετίας. Οι Βενετοί δόγηδες επιδιώκουν επιγαμίες με βυζαντινές αρχόντισσες και μεταφέρουν βυζαντινούς τίτλους και συνήθειες στις αυλές τους. (Nicol,2010:21-24 & 43-47, Μαλτέζου,1998 σελ. 11-22 )
        Από το 10ο αιώνα παρατηρείται μια έντονη κινητικότητα του ελληνικού στοιχείου στην πόλη των Δόγηδων. Έλληνες τεχνίτες και καλλιτέχνες προσκαλούνται από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία, προκειμένου να αναλάβουν την οικοδόμηση και διακόσμηση σημαντικών κτηρίων και να προσφέρουν τις γνώσεις τους στη δημιουργία σπουδαίων έργων τέχνης (elliniki-koinotita-venetias*), ενώ μετά την Δ΄ Σταυροφορία καταγράφεται η έντονη παρουσία Ελλήνων εμπόρων. Από την άλωση της Πόλης και μετά το μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων, ως ήταν φυσικό, διογκούται και ο ελληνικός πληθυσμός της Βενετίας, το 1478, αριθμεί πάνω από 4000 άτομα. Πλέον η Γαληνοτάτη βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της ελληνικής διασποράς και συνιστά την έδρα της ελληνικής παροικίας στη Δυτική Ευρώπη μέχρι το 1797, οπότε η είσοδος του Ναπολέοντα στη Βόρεια Ιταλία και η συνθήκη του Καμποφόρμιο, σήμαναν την κατάλυση της υπερχιλιετούς Δημοκρατίας της Βενετίας. (Αρτέμη, Ανακτήθηκε στις 02/03/2019 από http & Geanakoplos Ανακτήθηκε στις 02/03/2019 από http)
         Οι προσπάθειες ενσωμάτωσης των Ελλήνων στη βενετική κοινωνία, ο τρόπος αυτοοργάνωσής τους, η ανάπτυξή τους σε ανεξάρτητη και ισχυρή κοινότητα, η διατήρηση της ταυτότητάς τους, η οικοδόμηση ναού για τις θρησκευτικές τους ανάγκες, οι επαγγελματικές και οικονομικές τους δραστηριότητες, η δράση των λογίων και γενικά των εξεχουσών προσωπικοτήτων της ελληνικής κοινότητας είναι τα ζητήματα που καλούμαστε να αναδείξουμε μέσα από αυτή την εργασία.

Ø  Campo dei Greci  Το «Περιβόλι των Ελλήνων»
        Δεν είναι τυχαίες οι ονομασίες Rio dei Greci, το «κανάλι των Ελλήνων» και Campo dei Greci το «περιβόλι των Ελλήνων», πολύ κοντά στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, στο κέντρο δηλαδή της Βενετίας. Αντίθετα μαρτυρούν όχι απλά την παρουσία του ελληνικού στοιχείου, αλλά τη σφραγίδα των Ελλήνων μετοίκων και προσφύγων από την Ελλάδα και την αλωμένη Κωνσταντινούπολη. (elliniki-koinotita-venetias,ανακτήθηκε στις 02/03/2019 από http) Όπως ήδη αναφέραμε, η ελληνική παρουσία ήταν έντονη από το 10ο αιώνα, καθώς Έλληνες τεχνίτες και καλλιτέχνες, προσκεκλημένοι της Γαληνοτάτης, προσφέρουν τις γνώσεις τους και τη δημιουργική φαντασία τους στην οικοδόμηση σπουδαίων έργων τέχνης, σημαντικών μνημείων και κτηρίων.
        Ο «αξιέπαινος» (Nicol,2010:21) λαός των Βενετών αναπτύσσεται, μέσα σε τρεις αιώνες από την εποίκησή του στην ελώδη βυζαντινή λιμνοθάλασσα, σε ναυτική και εμπορική δύναμη και καθίσταται πόλος έλξης για τον εγγενή ναυτικό και εμπορικό χαρακτήρα των Ελλήνων. Μετά την Δ΄ Σταυροφορία, 1204, η ελληνική παρουσία έχει μια σαφή ανοδική πορεία, καθώς Έλληνες έμποροι και ναυτικοί δημιουργούν εμπορικές επιχειρήσεις και ασχολούνται με το διακομιστικό εμπόριο, ανοίγοντας το δρόμο για μαζικότερες μετοικήσεις Ελλήνων στην Πόλη των Δόγηδων. Σημαντικός παράγοντας, της ολοένα και μεγαλύτερης κινητικότητας και προσέλευσης των Ελλήνων στη Βενετία, αποτελεί η δυνατότητα της ελεύθερης μετακίνησής τους από τις ενετοκρατούμενες περιοχές. Αυτό καθίσταται κατανοητό καθώς παρατηρούμε πως η πλειονότητα των Ελλήνων που δραστηριοποιούνται και προοδεύουν στη Βενετία, προέρχονται από αυτές τις περιοχές, Κρήτη, Επτάνησα, Πελοπόννησος... (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1977: 238-239).
        Το 13ο και 14ο αιώνα η Βενετία καθίσταται πόλος έλξης για τους Έλληνες λογίους, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη Σύνοδο της Φερράρας, το 1438. Η μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακή υποδοχή της ελληνικής αντιπροσωπίας στη Βενετία, κατέδειξε τη διαρκή εκτίμηση των Βενετών για το βυζαντινό πολιτισμό, με αποτέλεσμα τη συρροή και μόνιμη εγκατάσταση στη Βενετία Ελλήνων λογίων και αργότερα, ιδιαίτερα μετά την Άλωση, πολλών σημαντικών Ελλήνων. Οι Έλληνες λόγιοι   συνέβαλαν στη διάδοση της ελληνικής παιδείας και των ελληνικών γραμμάτων και, κατ’ επέκταση, στη γενικότερη ανάπτυξη των ελληνικών σπουδών, καθώς εργάστηκαν συστηματικά και με υπέρμετρο ζήλο για την έκδοση και διάδοση ελληνικών βιβλίων. Το 1471 εκδίδεται στη Βενετία το πρώτο ελληνικό βιβλίο, «η Γραμματική» του Χρυσολωρά και από το 1496 και μετά εκδίδονται έργα των κλασικών της αρχαιότητας, μια δραστηριότητα που διατηρήθηκε για περίπου πέντε αιώνες. (Nicol, 2010:467-468, Geanakoplos, Αρτέμη) Χαρακτηριστική και σίγουρα όχι τυχαία η απόφαση του Βησσαρίωνα να κληροδοτήσει στη δημοκρατία της Γαληνοτάτης τη συλλογή του, 1000 χειρόγραφα Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, τα οποία αποτελούν τον πυρήνα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία αυτού του θησαυρού και να είναι πάντα διαθέσιμος στους Έλληνες και τους Λατίνους. Η κίνησή του αυτή καταδεικνύει τη σημασία της Βενετίας για τους απάτριδες και κατακτημένους από τον οθωμανικό ζυγό Έλληνες, αναδεικνύοντάς την σαν την «ελληνικότερη» από τις ιταλικές πόλεις, την πόλη που ο ίδιος θα διάλεγε για πατρίδα του, καθώς, σύμφωνα με την επιστολή του, το 1468, στο δόγη Μώρο: «Venetiae quasi alterum Byzantium», η Βενετία είναι ένα άλλο Βυζάντιο. (Βαλλιάνος,2001:62-63)

Ø Διεκδικήσεις προνομίων και αυτοοργάνωση
       
        Οι ελληνικοί πληθυσμοί, μετά την άλωση της Πόλης, πανικόβλητοι από τις σταδιακές τουρκικές καταλήψεις σε ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο, τους τουρκικούς εποικισμούς, τους αναγκαστικούς εξισλαμισμούς και τις αιχμαλωσίες αναζητούν ασφαλή διαβίωση στις ενετοκρατούμενες περιοχές, στη Δυτική Ευρώπη και στις ιταλικές πόλεις. Η Βενετία αποδεικνύεται το αποκούμπι του ελληνισμού, καθώς ήδη είχε δημιουργηθεί και εγκατασταθεί ένας μικρός ελληνικός πυρήνας, η ελληνική παροικία, η κουπαστή που πάνω της οι Έλληνες κρατιούνται γερά, εργάζονται , προοδεύουν  και κυρίως  κρατούν ελεύθερο και ανυπότακτο το ελληνικό πνεύμα τους. (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 238-239) Όμως, αν και η ελληνική παροικία έχει αποφασιστική συμβολή στην πνευματική, εμπορική και οικονομική ανάπτυξη της Βενετίας, αν και οι δύο λαοί διακρίνονται από τα κοινά χαρακτηριστικά του ανήσυχου και δημιουργικού εμπορικού πνεύματος, αν και η ανάθεση μελετών σημαντικών έργων σε Έλληνες αρχιτέκτονες από τη Γαληνοτάτη, φανερώνουν την ανάπτυξη στενών σχέσεων ανάμεσα στους Έλληνες και τις Βενετικές αρχές, ωστόσο η διαβίωσή τους έρχεται αντιμέτωπη με αρκετά προβλήματα, μαρτυρώντας «αμοιβαία αντιπάθεια». Μια αντιπάθεια που εδράζεται, στην κερδοσκοπία των Βενετών και  στη θρησκευτική διαφορετικότητα των δύο λαών και που υποχωρεί μεν μπροστά στον κοινό θρήνο της απώλειας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της αναγκαιότητας συνύπαρξής τους, οδηγώντας τους δύο λαούς σε πολιτισμική ώσμωση, αλλά που ποτέ δεν εξαλείφεται, τουναντίον διακρίνεται από αμοιβαία αντιπάθεια, έλλειψη κατανόησης και διατήρηση αποστάσεων. (Nicol, 2010:519, 520-521)
        Το βασικό μέλημα των Ελλήνων και η πρωταρχική τους διεκδίκηση είναι το δικαίωμα στην ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων τους. Στη διεκδίκησή τους αυτή αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια, καθώς αντιμετωπίζονται ως ουνίτες και σχισματικοί. Αναγκάζονται λοιπόν για σειρά δεκαετιών να εκκλησιάζονται κρυφά, όπως οι πρώτοι χριστιανοί, σε σπίτια, μέχρι που τελικά, το 1470, η Σύνοδος της Φλωρεντίας τους επιτρέπει να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στο παρεκκλήσι του Αγίου Βλασίου στη Βενετία. (Nicol, 2010:514)
        Αδυνατώντας να δώσουν μια πιο ουσιαστική λύση πάνω σε αυτό το ζήτημα, στρέφονται σε άλλες διεκδικήσεις, επίσης σημαντικές και καθοριστικές για την παροικία τους. Το Νοέμβριο του 1494 ζητούν να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα σύστασης νόμιμης οργάνωσης, μιας αδελφότητας Ελλήνων που θα μπορεί να υποστηρίζει συλλογικά τα αναδυόμενα ή υφιστάμενα προβλήματα των μόνιμων ή και προσωρινών κατοίκων  της ελληνικής παροικίας. Το αίτημά τους γίνεται αποδεκτό κι έτσι ιδρύεται η Ελληνική Αδελφότητα, με την επωνυμία San Nikolo, «υπό τη σκέπη του Αγίου Νικολάου» μια φιλανθρωπική και θρησκευτική κοινότητα, με κύριο αντικείμενό της την διεκδίκηση των προνομίων και την προώθηση των συμφερόντων της ελληνικής κοινότητας. Με την ίδρυση της Ελληνικής Αδελφότητας γίνεται για πρώτη φορά η επίσημη αναγνώριση της νομιμότητας της ελληνικής παροικίας από τη Βενετία, και αποτελεί την πλέον σημαντική στιγμή στην ιστορία της.  (Nicol, 2010:515)
        Η Ελληνική Αδελφότητα συνέχισε τον αγώνα διεκδίκησης για την ανέγερση ενός ορθόδοξου ναού. Αυτή τη φορά ο αγώνας αυτός της ελληνικής κοινότητας είχε αίσιο αποτέλεσμα, καθώς τα μέλη της Αδελφότητας (ναυτικοί, έμποροι και στρατιώτες που είχαν διακριθεί για την ανδρεία τους) έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης εκ μέρους των Βενετών. Έτσι το 1536 τους δίνεται η πολυπόθητη άδεια και ξεκινά η ανέγερση του ορθόδοξου ναού του Αγίου Γεωργίου στην πλατεία Campo dei Greci, του αρχαιότερου ναού της ελληνικής διασποράς στη Δυτική Ευρώπη, με τον όρο η λειτουργία να γινόταν μεν στην ελληνική γλώσσα, αλλά σύμφωνα με το λατινικό δόγμα. Όμως το 1577 η βενετική κυβέρνηση επιτρέπει την υπαγωγή της ελληνικής εκκλησίας στη δικαιοδοσία του Ορθόδοξου Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. (Nicol, 2010:515)
        Η σύσταση της Ελληνικής Αδελφότητας, σημείο αναφοράς για τους Έλληνες στη νέα πατρίδα τους, τη Βενετία, καθώς και η ανέγερση του ναού του Αγίου Γεωργίου φανερώνουν τον προοδευτικό και δυναμικό χαρακτήρα των Ελλήνων της Βενετίας, ενός λαού που έχει χάσει μεν την πατρίδα του αλλά πασχίζει και αγωνίζεται να διατηρήσει τη θρησκεία των πατέρων του και κατ’ επέκταση την εθνική του ταυτότητα. (Geanakoplos)

Ø Επίλογος
        Λόγιοι, καλλιτέχνες, τεχνίτες, ναυτικοί και έμποροι εγκαθίστανται από τις αρχές του 11ου αιώνα στη Βενετία και διαμορφώνουν μια μικρή παροικία, την ελληνική παροικία. Το αναπτυγμένο εμπορικό πνεύμα των δύο αυτών ναυτικών λαών, καθώς και η μοναδική τους ευαισθησία στα Γράμματα και τις Τέχνες είχε ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια και δημιουργία δεσμών, οι οποίοι οδήγησαν σε μια ενδιαφέρουσα πολιτισμική ώσμωση. Απ’ τη μια η βυζαντινή κερδοσκοπία και εκμετάλλευση, καθώς και η διαφορετική θρησκευτικότητά τους , είχαν δημιουργήσει μια «αμοιβαία αντιπάθεια» μεταξύ τους. Απ΄την άλλη ο κυρίαρχος οθωμανικός φόβος της εποχής και τελικά ο κοινός θρήνος για  την απώλεια του Βυζαντίου, αναδεικνύει τη Βενετία ως το αποκούμπι των Ελλήνων προσφύγων. Η Βενετία, αυτή τη δύσκολη περίοδο για τους Έλληνες, τους προσφέρει την κουπαστή που χρειάζονται για να στηριχθούν, ώστε να παλέψουν, να διεκδικήσουν, να  οραματιστούν, να δημιουργήσουν, να μεγαλουργήσουν, μα πάνω απ’ όλα να κρατήσουν ελεύθερο, αδούλωτο και ανυπότακτο το ελληνικό πνεύμα. 

Βαθμός: 8,00

Βιβλιογραφία
 Nicol, D., Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2010.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977.
Μαλτέζου Χρ., Η Βενετία των Ελλήνων, Εκδ. Έφεσος, Αθήνα 1998.
Ἀρτέμη Ε., «Η ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΒΕΝΕΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΔΥΤΙΚΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ 13ο – 18Οο  ΑΙΩΝΑ»  http://users.sch.gr/amalsk/Arheio/14Issue/4Venetoi.pdf
https://www.greecewithin.com/gr/arthra/132-elliniki-koinotita-venetias-prin-apo-to-10-aiona

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
ΕΠΟ 30: ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ EΤΟΣ 2018-2019
2η Γραπτή Εργασία
της Ζαράγκα Καλλιόπης

Θέμα «Οι βυζαντινο-νορμανδικές συγκρούσεις και οι επιπτώσεις τους στη διαμόρφωση των σχέσεων του Βυζαντίου με τις ιταλικές ναυτικές πόλεις (1081-1180)»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

        Οι βαρβαρικές επιδρομές χαρακτηρίζουν τη  βυζαντινή ιστορία. Ιδιαίτερη «σελίδα» της αποτελούν οι νορμανδικές επιδρομές που για δύο αιώνες (9ος-10ος) έσπειραν τον όλεθρο στην Ευρώπη. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες προκειμένου να τις αντιμετωπίζουν ζητούσαν τη βοήθεια των ιταλικών ναυτικών δυνάμεων, παραχωρώντας τους σημαντικά εμπορικά δικαιώματα. Διαμορφώθηκαν έτσι σχέσεις μιας συνεχώς ανανεούμενης υποστήριξης προς το Βυζάντιο
        Το παρόν θέμα πραγματεύεται τις νορμανδικές επιδρομές την περίοδο της Δυναστείας των τριών πρώτων Κομνηνών και εξετάζει τις σχέσεις που διαμορφώθηκαν μέσα από αυτές, ανάμεσα στο Βυζάντιο και τις ναυτικές ιταλικές πόλεις, Βενετία, Γένοβα και Πίζα.
        Αρχικά θα αναφερθούμε στις επιδρομές των Νορμανδών ξεχωριστά για την κάθε αυτοκρατορική περίοδο.  Στη συνέχεια θα αναδείξουμε τις συμφωνίες ανάμεσα στον καθένα από τους τρεις αυτοκράτορες με τις ιταλικές πόλεις. Τέλος, θα αναφέρουμε  τις σχέσεις που διαμορφώθηκαν και τον αντίκτυπό τους στην Αυτοκρατορία.



1.      Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΝΟΡΜΑΝΔΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ

α. Αλέξιος Α΄ Κομνηνός  


         Όταν ανέβηκε στο θρόνο, ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, (1081), η αυτοκρατορία βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, καθώς απειλούνταν, στις ακτές της Ηπείρου από τους Νορμανδούς, στα Βαλκάνια από τους Πατζινάκες και στη Μ. Ασία από τους Σελτζούκους Τούρκους. Ο στρατός αποτελείτο από ξένους μισθοφόρους, οι οποίοι, παρά τις αδρές αμοιβές τους, δημιουργούσαν προβλήματα με την απειθαρχία τους και τις διαρκείς απαιτήσεις τους, ενώ το ναυτικό υστερούσε σε στόλο. Ο Αλέξιος πάλεψε με αποφασιστικότητα εναντίον όλων αυτών των δυσκολιών. (Nicol,2010:86-88, Ostrogorsky,2008:20)
        Οι Νορμανδοί της Νότιας Ιταλίας, υπό τον Βοημούνδο, είχαν καταλάβει την Αυλώνα (Ήπειρος) και είχαν αναγκάσει τη βυζαντινή φρουρά της Κέρκυρας να παραδοθεί, ενώ ο πατέρας του ο Ροβέρτος Γυισκάρδος, εκινείτο με στρατό και στόλο προς το Δυρράχιο. Ο Αλέξιος, προκειμένου να τους αντιμετωπίσει, ζήτησε βοήθεια από τους Βενετούς, υποσχόμενος εμπορικά προνόμια. Οι Βενετοί, καθώς αντιλήφθηκαν πως οι Νορμανδοί, σε περίπτωση επιτυχίας τους, θα είχαν υπό τον έλεγχό τους τη ναυσιπλοϊα στην Αδριατική και τους εμπορικούς δρόμους που οδηγούσαν στο Βυζάντιο και την Ανατολή, κινήθηκαν γρήγορα και με προθυμία. Με δεκατέσσερα πολεμικά πλοία και σαράντα πέντε μικρά σκάφη έφτασαν στο Δυρράχιο και νίκησαν το Νορμανδικό στόλο. (Nicol,2010:87-88 & 95-96, Ostrogorsky,2008:21)
        Ο αγώνας, όμως, κρίθηκε στην ξηρά. Ο στρατός του Αλέξιου ηττήθηκε. Το Δυρράχιο, «θέση-κλειδί», λόγω της Εγνατίας οδού που  οδηγεί στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη,  πολιορκήθηκε από τον Γυισκάρδο και  παραδόθηκε. Οι Νορμανδοί εισέβαλαν στο εσωτερικό της χώρας, διέσχισαν την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία,  και πολιόρκησαν τη Λάρισα, με στόχο να προσπελάσουν ακόμη νοτιότερα. Τότε ο Αλέξιος συμμάχησε με τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Ερρίκο Δ΄, ο οποίος προκάλεσε αντιπερισπασμό στο Γυισκάρδο. Ο Ερρίκος εισέβαλε στην Ιταλία, δημιουργώντας εσωτερική αναταραχή. Έτσι ο Γυισκάρδος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Νότια Ιταλία, αφού ανάθεσε την αρχηγία στο γιο του Βοημούνδο. Οι δυνάμεις των Νορμανδών δεν μπόρεσαν να κυριεύσουν τη Λάρισα και νικήθηκαν από τον Αλέξιο. (Cheynet,2011:139, Nicol,2010:88,  Ostrogorsky,2008:21)
         Ενώ ο Γυισκάρδος ήταν απασχολημένος στην Ιταλία, οι Βενετοί, ως σύμμαχοι της αυτοκρατορίας, ανακατέλαβαν το Δυρράχιο και έδιωξαν τη νορμανδική φρουρά από την Κέρκυρα (1804). O Γυισκάρδος, αφού αποκατέστησε την ηρεμία στα εσωτερικά της Νότιας Ιταλίας, αντεπιτέθηκε νικηφόρα με 150 πλοία. Στο τέλος όμως ο νορμανδικός στόλος ηττήθηκε από τους Βυζαντινούς στο Δυρράχιο, οι οποίοι και το κατέλαβαν. Την επόμενη χρονιά ο Γυισκάρδος, επιστρέφοντας στην Ιταλία, αρρώστησε από πανούκλα, αποβιβάσθηκε στην Κεφαλλονιά, την οποία σκόπευε να καταλάβει, και πέθανε. Έτσι απαλλάχθηκε το Βυζάντιο, για αρκετά χρόνια, από τον κίνδυνο των Νορμανδών. (Nicol,2010:89-90, Ostrogorsky,2008:21-22)
        Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα ο γιος του Γυισκάρδου, Βοημούνδος, αποφάσισε νέα επίθεση κατά του Βυζαντίου. Αφού στρατολόγησε νέους συμμάχους, αποβιβάστηκε στην Αυλώνα και επιχείρησε να καταλάβει και πάλι το Δυρράχιο. Απέτυχε όμως, καθώς η μάχη έληξε με νίκη των Βυζαντινών. Υποχρεώθηκε να συνάψει ταπεινωτική συνθήκη (1108), βάσει της οποίας θα κατείχε εφ’ όρου ζωής «ως αυτοκρατορικό τιμάριο» την Αντιόχεια, ως «λίζιος» (υποτελής) του Αλέξιου και του γιού του Ιωάννη. Τρία χρόνια αργότερα ο Βοημούνδος απεβίωσε. Ο ανεψιός του Τανκρέδος, νέος ηγεμόνας της Αντιόχειας, αρνήθηκε να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Έτσι θεωρήθηκε πως η Αντιόχεια ανήκε, τυπικά, και πάλι στην Αυτοκρατορία. (Ostrogorsky,2008:30, Cheynet,2001:146)

β. Ιωάννης Β΄ Κομνηνός

        Όταν αναρρήθηκε στο θρόνο ο γιος του Αλέξιου, Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, η αυτοκρατορία περνούσε μια περίοδο οικονομικής ανάκαμψης. Ο στρατός ήταν άριστα οργανωμένος και σε όλα τα μέτωπα (Σελτζούκους, Ούγγρους, Πατζινάκες), σημείωνε σημαντικές επιτυχίες, ενώ παρέμενε ανοικτό το ζήτημα με τον ηγεμόνα των Νορμανδών  της Αντιόχειας. Ο αγώνας όμως με τον ηγεμόνα των Νορμανδών αντιμετωπίστηκε νικηφόρα το 1137. Η Αντιόχεια παραδόθηκε και ο νέος της πρίγκιπας, Ραϊμόνδος του Πουατιέ, ορκίστηκε υποταγή στον αυτοκράτορα. (Ostrogorsky,2008:45, Nicol,2010:117)
      Η  μεγαλύτερη απειλή ήταν το νορμανδικό βασίλειο της Σικελίας. Ο Ιωάννης  δημιούργησε ένα αντινορμανδικό μέτωπο, στο οποίο προσχώρησαν ο Γερμανός αυτοκράτορας  Λοθάριος Β΄,  και η Πίζα, μετά από ανανέωση των παλαιότερων εμπορικών της προνομίων. Σχεδίαζε επίσης εκστρατεία κατά της Αντιόχειας, καθώς το πρόβλημα αυτό δεν είχε λυθεί οριστικά. Όμως οι λογαριασμοί του με τους Νορμανδούς παρέμειναν ανοικτοί για τους διαδόχους του, καθώς πέθανε αιφνίδια, μετά από τραυματισμό του στην Κιλικία, σε κυνήγι αγριόχοιρων (1143). (Ostrogorsky,2008:45-46, Nicol,2010:117-118)

γ. Μανουήλ Α΄ Κομνηνός
     
        Ο Ιωάννης, λίγο πριν το θάνατό του, όρισε διάδοχό του τον εικοσαετή γιο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνό. Από την αρχή της βασιλείας του ο Μανουήλ κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο εισβολής των Νορμανδών της Σικελίας. Γι’ αυτό συμμάχησε με το βασιλιά της Γερμανίας Κονράδο Γ΄ και παντρεύτηκε την γυναικάδερφή του, Βέρθα. Η συμμαχία αυτή θα ανέτρεπε τα σχέδια του βασιλιά των Νορμανδών Ρογήρου Β΄, αν δεν μεσολαβούσε το απροσδόκητο γεγονός της Β΄ Σταυροφορίας που στέρησε την Αυτοκρατορία για αρκετό χρονικό διάστημα από τη γερμανική υποστήριξη. (Nicol,2010:119, Ostrogorsky,2008:48)
        Πράγματι, ο Ρογήρος επωφελούμενος της κατάστασης και ενόσω ο Μανουήλ ήταν απασχολημένος με τους Σταυροφόρους, κατέλαβε αιφνιδιαστικά την Κέρκυρα (1147). Στη συνέχεια, αφού λεηλάτησε και άλλα βυζαντινά νησιά του Ιονίου, κατέλαβε και λήστευσε την Κόρινθο και τη Θήβα, σπουδαία κέντρα καλλιέργειας μεταξιού στο Βυζάντιο και οι πλέον πλούσιες ελληνικές πόλεις. Ο Ρογήρος επέστρεψε  στη Σικελία με πλούσια λάφυρα και πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων τους πλέον ικανούς μεταξουργούς. Ο Μανουήλ, προκειμένου να ανακαταλάβει την Κέρκυρα, ζήτησε τη βοήθεια των Βενετών, ανανεώνοντας τα εμπορικά τους προνόμια. Μετά από συνεχείς αγώνες, περίπου ενάμιση χρόνου, και με τη βοήθεια των Βενετών, κατόρθωσε να ανακαταλάβει την Κέρκυρα το καλοκαίρι του 1149. (Ostrogorsky,2008:46-47,50, Nicol,2010:119-123, Cheynet,2001:150)
        Αν και δεν υπήρχε πλέον ο νορμανδικός κίνδυνος για την Αυτοκρατορία, ο Μανουήλ αποφάσισε να μεταφέρει τον πόλεμο στη Νότιο Ιταλία, αποτέλεσμα των ονειροπόλων σχεδίων του αποκατάστασης των παλιών εδαφών της αυτοκρατορίας. Μετά το θάνατο του Ρογήρου , έστειλε στρατό στην Ιταλία, γεγονός που προκάλεσε τη διάλυση της συμμαχίας με τους Βενετούς, οι οποίοι συμμάχησαν με τον διάδοχο του Ρογήρου, τον Γουλιέλμο Α΄. Οι Βενετοί δεν επιθυμούσαν την αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας στην Ιταλική Χερσόνησο, καθώς θα βλάπτονταν τα εμπορικά τους συμφέροντα.  Ο βυζαντινός στρατός  είχε αρχικά κάποιες επιτυχίες, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον Γουλιέλμο. Ο Μανουήλ αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη και να εγκαταλείψει την Ιταλία. (Ostrogorsky,2008:53, Nicol,2010:129)  
 

2.      ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΕΣ

α. Το  «χρυσόβουλο» του Αλέξιου: Οι Βενετοί «εκτός πάσης Ρωμαϊκής εξουσίας»
       
        Η πρώτη επιδρομή των Νορμανδών είχε μοιραίες συνέπειες για την Αυτοκρατορία, αφού προκάλεσε υπερβολική ενίσχυση των Βενετών. Σύμφωνα με το γενναιόδωρο χρυσόβουλο κείμενο του Αλέξιου, οι Βενετοί εξασφάλισαν μεγάλα εμπορικά προνόμια.  Είχαν το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα στις κυριότερες πόλεις του Βυζαντίου, χωρίς να καταβάλλουν τελωνειακούς δασμούς, θέτοντας έτσι τους ανταγωνιστές τους, Έλληνες και Ιταλούς, εκτός ανταγωνισμού. Απέκτησαν τίτλους, ελάμβαναν έκτακτες και ετήσιες χρηματικές χορηγίες και τούς παραχωρήθηκαν, καταστήματα, εργοστάσια και οικίες στην Κωνσταντινούπολη και τρεις αποβάθρες με τις αποθήκες τους στον Κεράτιο κόλπο. Όπως  έγραψε  η Άννα Κομνηνή, «το χρυσόβουλο του 1082 έθεσε τους Βενετούς εκτός πάσης Ρωμαϊκής εξουσίας»,  ελευθέρωσε, δηλαδή, τις εμπορικές τους δραστηριότητες από τον έλεγχο των Βυζαντινών. Τα προνόμια αυτά, τα οποία επεκτάθηκαν από τους διαδόχους του Αλέξιου και σε άλλες ναυτικές πόλεις της Ιταλίας, υπέσκαψαν την ήδη κλονισμένη βυζαντινή οικονομία και επέτρεψαν στους Βενετούς να θεμελιώσουν τη ναυτική και εμπορική τους κυριαρχία στη Μεσόγειο. (Nicol,2010:91-93, Ostrogorsky,2008:22)
        Ο Αλέξιος, μόλις αντιλήφθηκε πως η πολιτική του αυτή ήταν λανθασμένη, θέλησε να  επανορθώσει, παραχωρώντας προνόμια στους Πισάτες, προκειμένου να ενισχύσει την οικονομική ζωή του Βυζαντίου και να περιορίσει την ισχύ της Βενετικής Δημοκρατίας. Αυτό, όμως, ήταν μεγαλύτερο σφάλμα από το προηγούμενο.  Έσπειρε διχόνοια ανάμεσα στις ιταλικές δημοκρατίες, ένα από τα κυριότερα αίτια της κακοδαιμονίας του Βυζαντίου, καθώς διαμορφώθηκε σταδιακά η άποψη πως μόνο εφόσον εκλείψει το Βυζάντιο θα εδραιωθεί η εμπορική δύναμη της Βενετίας στη Μεσόγειο. Ωστόσο, η νίκη του 1108 στο Δυρράχιο, συντέλεσε στην εδραίωση της θέσης των Βυζαντινών στη Βαλκανική χερσόνησο. (Ostrogorsky,2008:22, Nicol,2010:110)

β. Ιωάννης Β΄ Κομνηνός: Η «αναγκαστική» επικύρωση των προνομίων

        Στα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού, φάνηκαν οι αρνητικές συνέπειες  των εμπορικών-διακομιστικών προνομίων των Βενετών για το βυζαντινό εμπόριο, καθώς και η αδυναμία του Βυζαντίου να συγκροτήσει αξιόλογο ναυτικό. Ο Ιωάννης αντιλήφθηκε πως τα εμπορικά προνόμια των Βενετών έβλαπταν τα συμφέροντα του βυζαντινού κράτους και τους Ιταλούς και Έλληνες εμπόρους, χωρίς μάλιστα να παρεμποδίζεται η προσέγγιση Βενετών και Νορμανδών, και αποφάσισε να τα ακυρώσει. Οι Βενετοί εξαγριώθηκαν και λεηλάτησαν τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου (Κω, Σάμο, Λέσβο, Χίο, Ρόδο, Κεφαλλονιά). Τότε ο αυτοκράτορας, και υπό την πίεση της αυξανόμενης απειλής των Νορμανδών, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να ανανεώσει όλες τις παλιές συμφωνίες (1126) με την προσθήκη  της αφορολόγητης εξαγωγής βυζαντινών εμπορευμάτων. Η ενέργεια αυτή είχε καταστρεπτικές συνέπειες για το βυζαντινό εμπόριο, ήταν όμως δικαιολογημένη, αφού διαφορετικά θα ήταν αδύνατη η απόκρουση μιας συντονισμένης βενετονορμανδικής απειλής. Δέκα χρόνια αργότερα  ο Ιωάννης ανανέωσε και τα προνόμια των Πισατών για να  τους έχει κι αυτούς συμμάχους κατά των Νορμανδών. (Ostrogorsky,2008:43,46 ,Nicol,2010:112,115-116)

γ. Μανουήλ Α΄ Κομνηνός: Προνόμια στους αντιπάλους

        Η προνομιακή θέση των Βενετών ήταν ένα δυσβάσταχτο βάρος για το βυζαντινό εμπόριο, γι’ αυτό  όταν ο Μανουήλ ανέβηκε στο θρόνο, «παρέβλεψε» για τέσσερα χρόνια να ανανεώσει τα εμπορικά τους προνόμια. Όμως, η κατάληψη της Κέρκυρας από τους Νορμανδούς, το 1147 τον ανάγκασε να ζητήσει τη βοήθειά τους  και εξέδωσε, ως ανταμοιβή, χρυσόβουλο, επικυρώνοντας τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει ο πατέρας του και ο παππούς του. Λίγους μήνες αργότερα με δεύτερο χρυσόβουλο επέκτεινε τη βενετική συνοικία στην Κωνσταντινούπολη, προσθέτοντας νέες ιδιοκτησίες  και μία τέταρτη αποβάθρα στο Γαλατά, πετυχαίνοντας  να του διαθέσουν το στόλο τους. Η κίνηση αυτή  ήταν επιβεβλημένη, αφού η κατάληψη της Κέρκυρας από τους Νορμανδούς ελόχευε τον κίνδυνο εισβολής τους στην ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ παράλληλα κινδύνευαν τα συμφέροντα του Βυζαντίου και των Βενετών στην Αδριατική. (Ostrogorsky,2008:46-47, Nicol,2010:119-120, Cheynet,2001:150 ) 
        Μετά τη διάλυση της συμμαχίας με τους Βενετούς ο Μανουήλ, προκειμένου να σταθεροποιήσει τις σχέσεις του με τις υπόλοιπες ιταλικές πόλεις, αλλά και να ανακόψει την ολοένα αυξανόμενη οικονομική διείσδυση των Βενετών, παρέχει ανάλογα εμπορικά προνόμια στην Πίζα και τη Γένουα. Οι Βενετοί αντέδρασαν βίαια, με αποτέλεσμα να διακοπούν οι σχέσεις Βυζαντίου-Βενετίας για δέκα χρόνια.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

       Οι Κομνηνοί παραχώρησαν προνόμια στις ναυτικές πόλεις της Ιταλίας, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Ο Αλέξιος Α΄ παραχώρησε εμπορικά προνόμια στους Βενετούς, για να εξασφαλίσει τη βοήθειά τους στην απόκρουση των Νορμανδών, οι οποίοι είχαν εισβάλει στην Ελλάδα. Ο Ιωάννης Β΄ αρνήθηκε να επικυρώσει εκ νέου τα προνόμια των Βενετών, καθώς έβλαπταν τα συμφέροντα του βυζαντινού κράτους. Υποχώρησε, όμως, εξαιτίας της δυναμικής αντίδρασής τους.  Ο Μανουήλ Α΄, επικύρωσε τα προηγούμενα προνόμια των Βενετών και τους παραχώρησε νέα, καθώς ελόχευε νορμανδική εισβολή στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όταν «έσπασε» η συμμαχία με τους Βενετούς, προκειμένου να μειώσει την ολοένα αυξανόμενη οικονομική διείσδυσή τους, παραχώρησε προνόμια στην Πίζα και τη Γένουα.
Η παραχώρηση εμπορικών προνομίων από τους Κομνηνούς στις ιταλικές ναυτικές πόλεις, ήταν επιβεβλημένες για την αντιμετώπιση της νορμανδικής εισβολής, αλλά αποδείχθηκαν  καταστροφικές  για την οικονομία του κράτους, το θαλάσσιο εμπόριο των βυζαντινών, ενώ, μακροπρόθεσμα, υπονόμευσαν και την ίδια την ύπαρξη της  αυτοκρατορίας

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
      
·         Nicol, D., Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, Παπαδήμα, Αθήνα 2010.
·         Cheynet, J,-C, Ο Βυζαντινός κόσμος, Τόμος Β΄, Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία (641-1204), ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2011
·         Ostrogorsky, G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Τόμ. Γ΄, 5η έκδοση, Ιστορικές Εκδόσεις Στεφανόπουλος, Αθήνα 1997


 ((Βαθμός:8,5)

Copyright©iepoxhtonakron/by:Ζαραγκα Κοροβεση Ποπη